Η ραγδαία υποβάθμιση του περιβάλλοντος κυρίως λόγω της ρύπανσης, της μείωσης των φυσικών πόρων και της συνακόλουθης ενεργειακής κρίσης έκανε έκδηλη την ανάγκη για σαφείς νομοθετικές περιβαλλοντικές ρυθμίσεις τόσο στο διεθνή όσο και στον Κοινοτικό χώρο. Ταυτόχρονα έγινε αντιληπτό από τα δυσμενή συμπτώματα της ευρωπαϊκής κατανάλωσης και συμπεριφοράς, ότι ζούμε σε μια κοινωνία η οποία δεν αντιλαμβάνεται το πεπερασμένο των φυσικών πόρων του πλανήτη.

Σήμερα προωθείται ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο όπου η «οικονομία παραμένει σημαντική αλλά εντάσσεται με ισοτιμία στα ανθρωπογενή συστήματα – υπάρχει δηλαδή «περιβαλλοντική εξάρτηση της οικονομίας». Γίνεται έτσι ένας μετασχηματισμός του ρόλου και της σημασίας του περιβάλλοντος: από δευτερεύουσα παράγραφος σε ευρωπαϊκά κείμενα, σε ρυθμιστική νόρμα.

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δε μπορεί να αγνοήσει το μέγεθος των επιπτώσεων της ανθρώπινης δραστηριότητας στο περιβάλλον και προχωρά σταδιακά στην εδραίωση μίας περιβαλλοντικής πολιτικής και νομοθεσίας. Έτσι παρατηρείται ότι ενώ στις ιδρυτικές συνθήκες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν υπήρχε καμία αναφορά στην προστασία του περιβάλλοντος, σήμερα πλέον το περιβάλλον τυγχάνει αξιοσημείωτης νομικής προστασίας κυρίως μέσω ενός πλήθους νομικών διατάξεων του παραγώγου Κοινοτικού Δικαίου.

Από την καταστατική αναγνώριση της κοινοτικής περιβαλλοντικής προστασίας προέκυψαν 3 σημαντικές  γενικές αρχές για το περιβάλλον:

  1. η αρχή της ενσωμάτωσης των περιβαλλοντικών παραμέτρων στις κοινοτικές πολιτικές: το περιβάλλον παύει να είναι απλή παράμετρος και προάγεται σε κύρια συνιστώσα και των άλλων κοινοτικών πολιτικών.
  2. Η αρχή της επικουρικότητας, αφορά την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ε. Ε και των κρατών μελών όσον αφορά περιβαλλοντικά ζητήματα. Σύμφωνα με την αρχή αυτή «η Κοινότητα δε διαθέτει τεκμήριο αρμοδιότητας για θέματα που άπτονται του περιβάλλοντος αλλά επεμβαίνει όταν το έννομο αυτό αγαθό διασφαλίζεται με μεγαλύτερη επιτυχία με τη δική της δράση και όχι από εκείνη των κρατών μελών»
  3. Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, σύμφωνα με την  οποία οι οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να εναρμονίζονται με τα περιβαλλοντικά δεδομένα ώστε να μην υπάρχει κατασπατάληση των φυσικών πόρων και κατά αυτόν τον τρόπο να μην εκτίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των αναγκών των μελλοντικών γενεών. Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης επηρεάζει πλέον πολλές πτυχές της πολιτικής της Ε.Ε (πολιτική μεταφορών, ανάπτυξη αγροτικών περιοχών, ενεργειακή πολιτική) κ.α.

Σε ό,τι αφορά την Ελληνική πραγματικότητα, η έννοια της «αειφόρου ανάπτυξης» έχει αναγνωριστεί επίσημα πλέον από το Συμβούλιο της Επικρατείας και έχει νομοθετηθεί ως προστατευόμενη αρχή. Το βασικό σύνθημα συνοψίζεται στην ανάγκη η οικονομική ανάπτυξη να λαμβάνει υπ’όψιν τον άνθρωπο και το περιβάλλον. Αυτή η «αναγκαστική» ιδεολογική στροφή στις νομοθεσίες των κρατών και στους κανόνες δικαίου αντικατοπτρίζεται και στην εξέλιξη της Ελληνικής περιβαλλοντικής πολιτικής.

Σε διεθνές επίπεδο η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στη διεθνή περιβαλλοντική συνεργασία έχοντας κυρώσει τις περισσότερες διεθνείς περιβαλλοντικές συμφωνίες.

Είναι σίγουρο ότι κάθε τοπική κοινωνία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και ανάγκες(κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές), Ωστόσο, όλες μέσα από τη διαφορετικότητά τους πρέπει να ανακαλύψουν το δρόμο προς την αειφορία ο οποίες περνάει αναμφίβολα από τα κανάλια της πληροφόρησης και της ενημέρωσης. Το σημαντικότερο είναι ο σχεδιασμός και προγραμματισμός δράσεων που να αναδεικνύουν τη μεγάλη σημασία των συμμετοχικών διαδικασιών, διότι μόνο μέσα από αυτές ενδυναμώνεται η έννοια της δημοκρατίας και της συναίνεσης σε θέματα περιβαλλοντικής προστασίας και αναπτυξιακών επιλογών.

Ωστόσο, η συμμετοχή της κοινωνίας προϋποθέτει την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση της.

Ενδεικτικά αναφέρεται, ότι στην καταστατική Σύμβαση του Άαρχους (1995, Σόφια), η πρώτη στην οποία το Περιβάλλον αναγνωρίζεται ως έννομο αγαθό, και ειδικότερα στο δεύτερο μέρος Σύμβασης, η συμμετοχή του κοινού στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων είναι επιβεβλημένη, ενώ αναγνωρίζεται η υποχρέωση των αρχών να λαμβάνουν υπόψιν τους τα αποτελέσματα των συμμετοχικών διαδικασιών.

Ακολούθως, η Ε.Ε., στην προσπάθεια της να βελτιώσει την πρόσβαση του κοινού στην περιβαλλοντική πληροφόρηση, θεσπίζει δομές όπως:

  • Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (ΕΟΠ) και
  • Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφόρησης για το περιβάλλον

Σε εθνικό επίπεδο

  • Ιδρύεται το Εθνικό Δίκτυο Πληροφοριών Περιβάλλοντος (ΕΔΠΠ),  μία ολοκληρωμένη εθνική τράπεζα δεδομένων που λειτουργεί τροφοδοτώντας παράλληλα τον ΕΟΠ.
  • Για να στηριχθεί σε πρακτικό επίπεδο η ασαφής ακόμα έννοια της αειφορίας μέσα από προγράμματα και δράσεις, συστήνεται ο φορέας του Εθνικού κέντρου Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης, που στοχεύει σε έναν επαναπροσδιορισμό της σχέσης μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και προστασίας περιβάλλοντος.

Έτσι, η εφαρμοζόμενη κοινοτική Οδηγία,  άνοιξε το δρόμο της περιβαλλοντικής πληροφόρησης στο κοινό, με αποτέλεσμα τόσο οι πολίτες όσο και οι φορείς, να ευαισθητοποιηθούν ακόμα περισσότερο στα ζητήματα.  τους αύξησαν τη ευαισθησία τους για περιβαλλοντικά ζητήματα.  Υλοποιώντας όλα τα παραπάνω, και με τον τρόπο αυτό, η μεταρρύθμιση που ξεκίνησε πρόσφατα στην Ελλάδα, καλύπτει σε γενικές γραμμές τις βασικές προϋποθέσεις ‘ενδογενούς ώθησης’ της περιφερειακής ανάπτυξης.